ετερόμαλλος

ἑτερόμαλλος, -ον και ἑτερομαλλής, -ές (Α)
με μαλλί στο ένα από τα δύο μέρη («οἱ τάπητες... πᾱν ἀμφίμαλλόν τε καὶ ἑτερόμαλλον», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + μαλλός, πρβλ. δασύ-μαλλος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερόμαλλον — ἑτερόμαλλος woolly masc/fem acc sg ἑτερόμαλλος woolly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομάλλους — ἑτερόμαλλος woolly masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόμαλλοι — ἑτερόμαλλος woolly masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • VILLOSA — in Ep. 3. Bonifacii Episcopi Moguntini, Transmitto villosam ad tergendos pedes Dilectionis vestrae; et Chron. Fontanellensi, Lintea ad manus tergendas villosa; tersorium est seu linteum villosum, ad tergendos pedes manusque. Est autem villosus… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.